Είναι η πρώτη συνέντευξη που κάνω με αλλοδαπή φίλη (γέλια). Εντάξει δεν είναι ξένη, αλλά είναι μια γυναίκα με χιούμορ. Λεπτή και κομψή,παρότι είναι συνεχώς μέσα σε λιχουδιές και πειρασμούς. Άρχισε σαν food Blogger και σιγά σιγά με διάβασμα, επιμονή δουλειά ξεχώρισε. Πολλοί την ξέρουμε μέσα από τα γραπτά της. Καιρός είναι να μιλήσουμε μαζί της. Έχει πράγματα να μας πεί.

-Έλα πες μου πως κανεις το κόλπο να εισαι μεσα στους πειρασμους και να εισαι τόσο κομψη?

– Αρχικά, είμαι τυχερή γιατί έχω εξαιρετικό μεταβολισμό, που σημαίνει ότι τρώω τα πάντα και δεν παχαίνω, βέβαια σε μικρές ποσότητες και αποφεύγοντας τα τηγανητά στο σπίτι, στις εξόδους εμείς συνήθως “δοκιμάζουμε”.  Άρα ένα πιάτο, για δύο με 3 άτομα, σημαίνει πάλι μικρή ποσότητα.

– Ήσουν μέσα στο πρώτο «κύμα» των food blogger που ξεχώρισαν και μετά το έκαναν και επάγγελμα.  Στην «άλλη» σου ζωή τι έκανες?

– Ήμουνα το πρώτο blog μαζί με την Εύα Μονοχάρη. Η δημιουργία του, έγινε για να αποφύγω την “κατάθλιψη” μια και βρέθηκα ξαφνικά με πολύ ελεύθερο χρόνο, έμεινα χωρίς δουλειά και “έπρεπε” να γεμίσει η “μέρα”  Ήμουν και είμαι marketier, digital marketing, τα τελευταία 8 χρόνια, με εξειδίκευση στο κρασί αλλά και σε άλλους κλάδους. Πριν, για 15 χρόνια διευθύντρια marketing του ομίλου Σκαι, ραδιόφωνα και τηλεόραση και άλλων αντίστοιχων ομίλων. ποσότητα.

-Και έτσι ένα πρωί σου την βάρεσε και είπες θα ασχοληθώ με την γαστροδημοσιογραφία?

-Η Γεύση στο σπίτι μας, ήταν πάντα “ειδική κατηγορία”.  Δεν ήταν “πρέπει”, ήταν ιεροτελεστία, 2 Σμυρνιές γιαγιάδες και παππούδες στο ίδιο σπίτι, τι άλλο να πω; Φαντάσου το τραπέζι της “Πολίτικης κουζίνας” κάθε μέρα!  Μυρωδιές, εικόνες, υφές, γεύσεις, αρώματα! Ο πατέρας μου αρχιμηχανικός, ταξιδεύαμε μαζί του πολύ, τρώγαμε σε καταπληκτικά εστιατόρια σε όλο τον κόσμο, άρα τα ερεθίσματα ήταν εκεί, από πολύ μικρή ηλικία. Και αργότερα μεγαλώνοντας μου άρεσε πολύ, να ανοίγω τους ορίζοντές μου, την παλέτα μου και τους κάλυκές μου να πειραματίζομαι και να το μοιράζομαι.

– Ειχες κάποια επιρροή, κάποιον άνθρωπο που σε επηρέασε?

-Διάβαζα και μάζευα όλα τα γαστρονομικά περιοδικά, κυρίως από το εξωτερικό, νομίζω πως αυτή που με επηρέασε ήταν η θεία Ειρήνη όχι τόσο για την μαγειρική της όσο για την τεχνική της και το στήσιμο του “σκηνικού”!  Η ζωή μας ένα “τραπέζι”!

 

-Τώρα, οι πιο «δύσκολες» ερωτήσεις. Έχεις μια μεγαλύτερη αγάπη στο κρασί απο οτι εχω αντιληφθεί. Είναι βιώσιμο το κρασί? Οι περισσότεροι κρασάδες εν Ελλάδι κάνουν και δεύτερες δουλειές (κτήματα για δεξιώσεις – αγροτουρισμό η ακόμα και απολύτως άσχετες με το θέμα ασχολίες).?

-Το Ελληνικό κρασί είναι στην καλύτερή του εποχή.  Από πλευράς παραγωγής και οινοποίησης, δεν έχει να ζηλέψει τίποτα  τον παγκόσμιο οινικό χάρτη. Μια πρόχειρη αποδελτίωση το επιβεβαιώνει:  «Κατά μάλλον ειρωνικό τρόπο, μία από τις χειρότερες οικονομικές περιόδους για την Ελλάδα συμπίπτει με μία από τις πιο ακμαίες για τα κρασιά της», έγραψε το Forbes. «Βοηθήστε την ελληνική οικονομία… πίνοντας», προέτρεψε τους αναγνώστες του το Βloomberg. «Ωδή στα λευκά ελληνικά κρασιά» ήταν ο τίτλος εκτενούς αφιερώματος της Wall Street Journal, που εκθείαζε το Ασύρτικο, τη Μαλαγουζιά και το Μοσχοφίλερο. Στο ίδιο κλίμα, οι New York Times έπλεξαν το εγκώμιο του Ασύρτικου, συγκρίνοντας τη Σαντορινιά ποικιλία με τα φημισμένα Sancerre και Chablis. Ας ελπίσουμε ότι κακοί χειρισμοί και ατυχή μέτρα, όπως η επιβολή ΕΦΚ, δεν θα λαβώσουν έναν κλάδο που έχει προσφέρει τόσο πολλά όχι μόνο στην οικονομία, αλλά και στη διεθνή εικόνα της χώρας…

Ναι το αγαπώ πολύ το κρασί και πιστεύω ότι μπορεί να γίνει βιώσιμο, αν ακολουθήσουμε 3 “κανόνες” : Αυθεντικότητα, Καινοτομία, Οινοτουρισμός

 

-Πιστεύει ο  μέσος  Έλληνας παραγωγός στις γηγενείς ποικιλίες ή προτιμάει την ασφάλεια ενός Chardonnay ή ενός Syrah σε σχέση με ένα Βιδιανό, ή ένα  Μαυροτράγανο;

–Η καινούργια γενιά έχει στραφεί  στις γηγενείς ποικιλίες, στην διαφορετικότητα και την αυθεντικότητα του ελληνικού κρασιού. Οι ξένοι καταναλωτές αλλά και οι οινοκριτικοί προτιμούν ξεκάθαρα τις αυθεντικές, ελληνικές ποικιλίες. Ασύρτικο, Ξινόμαυρο, Βιδιανό, Μαυροκουντούρα, δύσκολα τις προφέρεις αλλά όταν τις δοκιμάσεις, μαγεύεσαι από την ιδιαιτερότητα και την μοναδικότητα του χαρακτήρα τους.  Απόδειξη, τα συνεχή βραβεία, οι διακρίσεις, τα μετάλλια αλλά και οι εξαγωγές!
Όμως δεν είναι κακό να καλλιεργεί και διεθνείς ποικιλίες, αρκεί να αξιοποιεί το terroir του αμπελώνα του με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

-Θεωρείς ότι ένας Έλληνας οινολόγος, μπορεί να συναγωνισθεί ένα Γάλλο;Πιστεύει ο  μέσος

– Οι Έλληνες οινολόγοι διαθέτουν πολύ καλή επιστημονική κατάρτιση και μπορούν να συναγωνισθούν άνετα τους συναδέλφους τους στο εξωτερικό! Μάλιστα,  περιπτώσεις όπως  ο Θάνος Φακορέλλης και ο Κυριάκος  Κυνηγόπουλος αποδεικνύουν ότι οι Έλληνες μπορούν να πρωταγωνιστήσουν και στην πιό απαιτητική οινολογική σκηνή!

-Υπάρχει οινική παιδεία τελικά;

-Οινική παιδεία δεν έχουμε σε μεγάλο βαθμό, ως καταναλωτές, εκεί χρειάζεται πολύ δουλειά. Δεν μιλάω για τους οινόφιλους, μιλάω για τον μέσο Έλληνα καταναλωτή! Πρέπει να πείσουμε και να πεισθούμε ακόμη και τώρα, πως το χύμα δεν είναι  καλό “κρασί”!

-Κινήσεις όπως αυτή των Escapades σε οινοποιήσεις εκτός Ελλάδος πιστεύεις οτι έχουν λόγο ύπαρξης;

– Είναι πρόκληση για όλους του μεγάλους παραγωγούς να οινοποιούν εκτός “έδρας”.  Εάν στον χώρο σου είσαι το νούμερο 1 ή πολύ κοντά σε αυτό, δικαιώνεσαι όταν κάνεις το ίδιο σε terroir εκτός της χώρας σου. Έτσι και στην περίπτωση  των Βαγγέλη Γεροβασιλείου, Βασίλη Τσακτσαρλή και Τάκη Σολδάτου φαίνεται ότι το “πείραμα” στην Ν. Αφρική πέτυχε. Με αυτό τον τρόπο και εκείνοι ρισκάρουν και δικαιώνονται αλλά και το ελληνικό κρασί σκοράρει στο εξωτερικό!

-Στην Sonoma υπάρχει ένας Ιρλανδός που πουλάει αποκλειστικά Ελληνικά κρασιά Υποστηρίζει ότι το value for money τους είναι εξαιρετικό.  Eσυ τι πιστεύεις;

-Η σχέση ποιότητας – τιμής εκφράζει την ειλικρίνεια του παραγωγού και του κρασιού απέναντι στον καταναλωτή. Η επιτυχία για έναν παραγωγό είναι να παράγει κρασιά των οποίων η τιμή είναι χαμηλότερη από την ποιότητα και όχι το αντίστροφο. Τα ελληνικά κρασιά μέχρι πρότινος δεν φημίζονταν για τη σχέση αυτήν, όμως η κρίση είχε ως αποτέλεσμα αρκετοί παραγωγοί να “προσγειωθούν” στην πραγματικότητα – και μαζί με αυτούς και οι τιμές τους. Πιστεύω λοιπόν πως σε μεγάλο βαθμό τα ελληνικά κρασιά είναι value for money!

-Έχουμε καλούς γνώστες του κρασιού σε όλα τα επαγγελματικά επίπεδα; Η γαστρονομία ακολουθεί σωστό δρόμο στο πάντρεμά της με το κρασί;

–Πιστεύω πως έχουμε αρκετούς καλούς γνώστες κρασιού σε όλα τα επίπεδα, μην ξεχνάμε πως είμαστε από τις λίγες χώρες που έχουμε 2 masters of wine! και οινοκριτικούς που η γνώση τους και η οινική τους παιδεία είναι πραγματικά αξιόλογη. Η γαστρονομία προσπαθεί και είναι σε πολύ καλό δρόμο, τα περισσότερα εστιατόρια που σέβονται τον εαυτό τους έχουν sommelier και αν ο chef συνεργαστεί μαζί του τότε θα έχουμε άριστα αποτελέσματα, συνδυασμού λίστας κρασιού, menu!  Εδώ πρέπει να μιλούν οι ειδικοί, όχι οι επιχειρηματίες
Γύρω από την υπόθεση ελληνικό κρασί, έχει χτιστεί ένας ολόκληρος κόσμος που ξεκινάει από τις τοπικές κοινωνίες και φτάνει στα διασημότερα εστιατόρια του εξωτερικού, όπου διαπρέπουν Έλληνες οινοχόοι, όπως λ.χ. ο Ελβις Ζιάκος, που εδώ και τρία χρόνια περίπου βρίσκεται στην ομάδα του The Greenhouse με τα δύο αστέρια Μισελέν και τον Αρνό Μπινιόν στην κουζίνα. Στις περισσότερες από 3.000 ετικέτες κρασιών που βρίσκονται στο διάσημο κελάρι του βρετανικού εστιατορίου, προσπαθεί να βάλει όσο το δυνατόν περισσότερες ελληνικές. Όλοι αυτοί οι νέοι άνθρωποι ίσως και να μην είχαν ασχοληθεί με το κρασί αν δεν υπήρχε τόσο μεγάλη πρόοδος στο εσωτερικό τα τελευταία χρόνια. Είναι τα λεγόμενα παράπλευρα οφέλη της άνθησης του ελληνικού κρασιού.  Άλλο ένα παράδειγμα, είναι ο Άρης Σκλαβενίτης, ο καλύτερος Οινοχόος για το 2016, που πρόκεται να εκπροσωπήσει την Ελλάδα, στον Παγκόσμιο Διαγωνισμό Οινοχόοων που διοργανωθεί από την Παγκόσμια Ένωση Sommelier (ASI) το 2019
.

-Τι κρασι θα βαλουμε να πιούμε, και με τι συνοδευτικό;

-Θα βάλουμε μια Λημνιώνα η ένα Pinot Noir και θα διαλέξουμε ένα ταρτάρ τόνου μαζί! Και πίστεψέ με θα ξεχάσεις τον “δήθεν” κανόνα, ότι το ψάρι θέλει λευκό κρασί!

-Αν κλεισεις τα ματια τι θα ηθελες να δεις?

-Aυτό: To ονειρεύομαι τα βράδια

Η συζήτηση με την Πόπη Wallick έγινε το 2018.